Λογοτεχνικός Όμιλος Δήμου

Ο Λογοτεχνικός ‘Ομιλος του Δήμου Στροβόλου δημιουργήθηκε το 2020 μετά από πρωτοβουλία του Δημάρχου Ανδρέα Παπαχαραλάμπους, σε συνεργασία με την ομάδα συγγραφέων Διαβάσεις, που την αποτελούν οι Νάσια Διονυσίου, Κωνσταντία Σωτηρίου και Χρίστος Ρ. Τσιαήλης.

Η δράση του Λογοτεχνικού Ομίλου, η οποία θα καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα εκδηλώσεων λογοτεχνικής φύσης, ξεκίνησε με έναν πρώτο κύκλο μαθημάτων δημιουργικής γραφής με εκπαιδευτές από Κύπρο και Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Στροβόλου το φθινόπωρο του 2020.

Με το πέρας κάθε κύκλου μαθημάτων δημιουργικής γραφής, που οι συμμετέχοντες παρακολουθούν κατόπιν αίτησης, αποδίδεται δίπλωμα συμμετοχής. Επίσης, γίνεται επιλογή κειμένων που γράφονται κατά τη διάρκεια των μαθημάτων από τους εκπαιδευόμενους, τα οποία δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Δήμου Στροβόλου και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Οι κατά καιρούς λογοτεχνικές εκδηλώσεις αναγνώσεων, με προσκεκλημένους ποιητές και συγγραφείς, καθώς και άλλες σχετικές δράσεις είναι ανοικτές στο κοινό. Για τον σκοπό αυτό, ο Δήμος καλεί όσους και όσες επιθυμούν να έχουν συνεχή και διαδραστική επαφή με τη λογοτεχνία, να παρακολουθούν τις δραστηριότητες του λογοτεχνικού ομίλου μέσα από τις διάφορες ανακοινώσεις στον χώρο της ιστοσελίδας ή και με άλλα μέσα ενημέρωσης του Δήμου.

Περιγραφή Δραστηριότητας Α’ Οκτώβριος-Νοέμβριος 2020

Ο Λογοτεχνικός όμιλος του Δήμου Στροβόλου, σε συνεργασία με την ομάδα Συγγραφέων «Διαβάσεις», πραγματοποίησε σειρά μαθημάτων Δημιουργικής Γραφής με εκπαιδευτές συγγραφείς από Ελλάδα και Κύπρο. Στον πρώτο κύκλο συναντήσεων οι εκπαιδευτές ασχολήθηκαν με τη συγγραφή του διηγήματος και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις αυτού του είδους. Συμμετείχαν οι συγγραφείς Δημήτρης Τανούδης, Νάσια Διονυσίου, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Ερατώ Ιωάννου, Κωνσταντία Σωτηρίου και Χρίστος Ρ. Τσιαήλης.

Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων που διεξήχθησαν στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Στροβόλου, έγινε παράδοση θεωρίας και άσκηση γραφής. Καλύφθηκαν οι ακόλουθες τεχνικές:

  • Συγκέντρωση πραγματολογικού υλικού κι η ανασύνθεση του στη μυθοπλασία
  • Συνειδησιακή Ροή
  • Μαγικός Ρεαλισμός
  • Τα πρόσωπα της Αφήγησης
  • Θεατρικό εργαστήρι, όπου η σοφία και αισθητική της λογοτεχνίας βιώνεται μέσω του σώματος
  • “Show, don’t tell”: Κρυφές Αφηγήσεις μέσα στην Αφήγηση

Με το πέρας του πρώτου κύκλου συναντήσεων, οι συμμετέχοντες έλαβαν δίπλωμα συμμετοχής. Επιπλέον έγινε επιλογή κειμένων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των μαθημάτων από τους εκπαιδευόμενους, τα οποία έχουν δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του Δήμου Στροβόλου στο παρόν παράρτημα και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Καθώς ο Α’ κύκλος μαθημάτων Δημιουργικής Γραφής έγινε σε συνθήκες περιορισμών λόγω πανδημίας, οι θέσεις των εκπαιδευομένων ήταν περιορισμένες, ενώ είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα προφύλαξης. Παρά τις δυσκολίες, εντούτοις, τα μαθήματα διεξήχθησαν με επιτυχία.

Ομάδα Διαβάσεις

  •  

    Κωνσταντία Σωτηρίου

    Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στην  Λευκωσία, είναι απόφοιτος του τμήματος Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και έχει μεταπτυχιακό στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η νουβέλα της «Η Αϊσέ πάει διακοπές», (Πατάκης 2015) βραβεύτηκε με το “Athens Prize for Literature”  στην Ελλάδα και ήταν επίσης στην βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων Ελλάδας και Κύπρου. Η δεύτερη της νουβέλα «Φωνές από Χώμα» (Πατάκης 2017), ήταν επίσης στην βραχεία λίστα των κρατικών βραβείων Ελλάδας και Κύπρου.  Το βιβλίο της «Πικρία χώρα» (Πατάκης 2019) κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου και περιλήφθηκε  στη βραχεία λίστα του Βραβείου Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανακηρύχτηκε  παγκόσμια νικήτρια του διαγωνισμού Λογοτεχνίας 2019 της Κοινοπολιτείας με το διήγημα της «Έθιμα Θανάτου». Έχει γράψει θεατρικά για τον Κυπριακό Οργανισμό Κύπρο και άλλες ανεξάρτητες σκηνές.

  •  

    Νάσια Διονυσίου

    Η Νάσια Διονυσίου γεννήθηκε και ζει στην Λευκωσία.

    Το 2017 εκδόθηκε η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, με τον τίτλο «Περιττή ομορφιά» (εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα). Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για τις εκδόσεις του έτους 2017 (Κύπρος). Επίσης, περιλήφθηκε στις Μικρές Λίστες των Βραβείων «Αναγνώστης» 2018 (Ελλάδα), στην κατηγορία «Πρωτοεμφανιζόμενος στην Πεζογραφία».  Τον Απρίλη του 2019, το βιβλίο παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Πρώτου Πεζογραφήματος Βουδαπέστης.

    Άλλα κείμενα της συγγραφέως έχουν δημοσιευθεί σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ κάποια παρουσιάστηκαν σε φεστιβάλ λογοτεχνίας, θεάτρου και κινηματογράφου.

    Η συγγραφέας αποτελεί, επίσης, μέρος της συγγραφικής ομάδας θεατρικού έργου («Η Πλημμύρα» – προσωρινός τίτλος), το οποίο θα ανέβει στη σκηνή αυτό τον χειμώνα, ενώ ταυτόχρονα, βρίσκεται στα τελικά στάδια της επιμέλειας του δεύτερου της βιβλίου, το οποίο αναμένεται να εκδοθεί εντός του 2021.

  •  

    Χρίστος Ρ. Τσιαήλης

    Ο Χρίστος Ρ. Τσιαήλης είναι καθηγητής αγγλικών και υποψήφιος για μεταπτυχιακό στη Θεατρολογία. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων εκδόθηκε το 2010. Στο ενεργητικό του έχει 6 βιβλία. Εκτός από πολλές δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, ποιήματα και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε διάφορες γλώσσες για λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες σε πολλές χώρες ανά την υφήλιο.  Ο συγγραφέας μεταφράζει λογοτεχνία, αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και υπηρετεί το θέατρο στη θέση του δραματουργού και του βοηθού σκηνοθέτη. Σε συμμετοχές του σε πανελλήνιους διαγωνισμούς διηγήματος, θεατρικού δράματος και ποίησης έχει λάβει πολλές διακρίσεις και πρώτα βραβεία. Την τελευταία δεκαετία λαμβάνει μέρος σε φεστιβάλ λογοτεχνίας σε διάφορα μέρη του κόσμου όπως Κένυα, Ελ Σαλβαδόρ, Ινδία, κλπ. Έχει συμμετάσχει επί σειρά ετών ως κριτής λογοτεχνικών διαγωνισμών και διεθνών διαγωνισμών poetry slam. Είναι διακεκριμένο μέλος του πανευρωπαϊκού ποιητικού δικτύου ‘Versopolis’ και ιδρυτικό μέλος της ομάδας συγγραφέων “Διαβάσεις”.

Εξωτερικοί συνεργάτες λογοτεχνικού ομίλου

  •  

    Δημήτρης Τανούδης

    Ο Δημήτρης Τανούδης έχει γράψει μυθιστορήματα: Σπασμός (Νεφέλη ’11, Βραβείο ΕΚΕΒΙ & υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο), Χώματα (Νεφέλη ’14), Η ανάγκη τού να είναι κανείς βάρβαρος (Ο Μωβ Σκίουρος ’20) & θεατρικά έργα: Πώς είναι να γυρνάς (Poema ’14), Γύρω από τη φωτιά (Fairead ’16). Εισηγείται σεμινάρια λογοτεχνικής γραφής κατά τα τελευταία 10 χρόνια.

  •  

    Ερατώ Ιωάννου

    Η Ερατώ Ιωάννου είναι Κύπρια συγγραφέας. Η πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο Cats Have It All εκδόθηκε το 2004 και έκτοτε, το έργο της συμπεριλήφθηκε σε διεθνή περιοδικά και ανθολογίες. Το 2019, το διήγημά της «Deserted» διακρίθηκε στον διεθνή διαγωνισμό διηγήματος της Κοινοπολιτείας. Το εν λόγω διήγημα περιλαμβάνεται στην πιο πρόσφατή της συλλογή Not in the Ornamental Teapot (2020). Η συλλογή κυκλοφορεί στα αγγλικά και σε ελληνική μετάφραση, και εις αναμονή είναι η μετάφραση στα ισπανικά. Η Ερατώ είναι κάτοχος Μάστερ στη Δημιουργική Γραφή (MFA). Είναι Βοηθός Αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού του Κυπριακού PEN, In Focus, και ιδρυτικό μέλος του Room for Art. Περισσότερα για τη δουλειά της Ερατώς στο www.eratoioannou.com

  •  

    Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

    Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Υπερκαινοφανής, Μελάνι, 2017 (βραχεία λίστα Κρατικού Βραβείου Ποίησης Κύπρου) και Οι Πέντε Εποχές, Μελάνι, 2012 (βραχεία λίστα βραβείου Γιάννη Βαρβέρη για Πρωτοεμφανιζόμενο Ποιητή). Η συλλογή του «Καρτ ποστάλ που δεν έστειλα» (2019) βραβεύθηκε από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με βραβείο Νέου Ποιητή (κάτω των 40 ετών) σε διαγωνισμό της. Έχει εκπροσωπήσει την Κύπρο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Poetry Slam (Βουδαπέστη, 2018) λόγω της διάκρισής του στο 2ο Διεθνές Poetry Slam Κύπρου. Είναι εκπαιδευτής ενηλίκων, ψυχοθεραπευτής και χρησιμοποιεί το εφαρμοσμένο θέατρο ως εργαλείο προσωπικής ανάπτυξης και ψυχοθεραπείας. Έχει δημιουργήσει τα προγράμματα «Θέατρο για Θεραπεία» και «Θέατρο των Καταπιεσμένων: θέατρο για προσωπική και κοινωνική αλλαγή».

Λογοτεχνικές δημιουργίες

ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ
(Πρώτη δημοσίευση στο περ. Ο Αναγνώστης, 16 Νοεμβρίου 2020)

Α, εσύ είσαι; Καθίστε λίγο, παρακαλώ. Μου είστε πάντα ευπρόσδεκτος, σαν τα μαγιάτικα λουλούδια. Όχι. Αλήθεια σου λέω, καλά είμαι εδώ. Ο πόνος έμεινε μακριά. Δεν είναι για να λογαριάζεις πια γαλανή βαρκάδα αιγιαλίτισσα. Εδώ κάτω δεν είναι πολύ το φως. Η μέρα αρνιέται να ’ρθει από τα μέρη μας. Ησυχία. Για να μην μπορείς να με δεις. Και μήτε εγώ να μπορώ να σε βλέπω.

Όχι, δεν θα ήθελα πικνίκ, όχι στο φως άλλο δεν γίνεται. Τα φωτερά πρωινά καλοκαιριού σπιρουνίζουν τα μάτια μου σαν τριμμένο γυαλί.

Φυσικά. Ξέρω, κατά βάθος έχετε ευγενικές προθέσεις.

Θα καθίσουμε για λίγο στα αγριόχορτα, σαν άλλοτε -σαν πάντα-, εσύ θα ’χεις μαζί σου ρόδι κι ανθούς πορτοκαλιάς κι εγώ θα σου παίζω τη βασίλισσα. Θα στήσεις μπροστά μου ταπέτο ανατολίτικο κι εγώ θα σου χορεύω με λυγμούς στο σκοτάδι, να ρουφάς τους σαρκώδεις χυμούς απ’ τις σκιές μου. Τι λες; Όχι πικνίκ, παρακαλώ.

Ας κάτσουμε μέσα σήμερα.

Σάββατο βράδυ θα περάσω. Θα περάσω να σας δω, υπόσχομαι, για τσιγάρα, μπλακ-τζακ κι εκμέκ-κανταΐφ –το πετυχαίνει πολύ η μητέρα σας αυτό το εκμέκ, λιώνει στο στόμα!–μην ανησυχείτε, θα περάσω το Σάββατο και η βενζίνη σας πάμφθηνη, δεν λέω, από εδώ μέχρι τον Άγιο Ιλαρίωνα και πίσω εξαιρετικές οι φωτογραφίες, μα όχι πικνίκ, παρακαλώ. Στο φως τρομάζω, οι αχτίνες με ζώνουν με χιλιάδες πρίσματα.

Τι θα λέγατε μάλλον, για μια γαμήλια φωτογράφιση; Πίσω θα στήσουμε φόντο αποβραδίς τη Λεωφόρο Δημοκρατίας, και να μην ανησυχείτε, με κάτι παραπάνω μπορούμε να την αναπλάσουμε κιόλας,

ίσως και να την κάνουμε ακριβώς όπως ήταν, το ζαχαροπλαστείο «Κυψέλη» με τις υπέροχες πάστες χρυσομήλου –κάτι χρυσαφί σαρκωμένα χρυσόμηλα που μόνο στον τόπο μου τα βρίσκεις –

θα βγάλουμε φωτογραφία στην καμάρα, εκεί που κόβαμε το γιασεμί, για να θυμάστε

τότε που ζούσαμε,

τότε που γράφαμε πατημασιές σ’ άμμο ξανθή το μεσημέρι,

θα περάσουμε από την οδό Αισχύλου, «Ατμοκαθαρηστήριο Απόλλων» –και συγχωρέστε μου που ξεχνώ τώρα τα ονόματα– επισκέπτομαι, όταν ενθυμούμαι, τα ονόματα, μα πέφτει μου το κεφάλι μου βαρύ –κάτι ζαλάδες– στο ισόγειο Κέννετυ κατάστημα νεωτερισμών Ιφιγένειας Μιχαηλούδη και «Άτλας Κατασκευαί» στην Ευαγόρου για γνωστά εισαγόμενα ενδύματα
– ωραία η στολή που φοράτε, πολύ σας πηγαίνει –

θ’ αφήσω το ψάθινο καπέλο μου να παρασυρθεί απ’ τον αέρα, ύστερα εσείς θα πνίξετε, μπορούμε να πνίξουμε, αν θέλετε, τα σπίτια μας στη φύση μ’ αυτή την πρασινοκίτρινη καφέ φύτευση που προσφέρει πυκνή κάλυψη εσωτερικού χώρου Οικία Στεφάνου στη συμβολή της Λεωφόρου Ελευθερίας με την Οδό Ήρας, στη γωνία αριστερά το ξακουστό μυροπωλείο του κυρίου Τάκη Μαντζούρα – να μου πάρεις ένα μυρωδικό, να μυρίζω –

Loris Αzzaro και Tabac Original

θα αφήσουμε τη μυρωδιά μας στον αέρα, καθώς θα περνούμε μπροστά από το Rivera και το Belleview διάττοντες αστέρες της χολιγουντιανής σκηνής –πάντα μου άρεσαν οι αξιωματικοί

με τις στολές –

μπορούμε να βάλουμε και γλάστρες στις εισόδους –γεράνια να βάλεις και φασκόμηλο– πάντα η γιαγιά έβαζε κλαδάκια φασκόμηλο στις ντουλάπες, παίρνω κι εγώ τις νύχτες

– για το στομάχι –

μετά εσύ θα χτυπήσεις τρεις φορές -θα σε περιμένω στο 509-

αν χτυπήσεις τρεις φορές, θα σ’ ανοίξω,

θα λυγάω καθώς θα με κρατάς σφιχτά από τη μέση μ’ ανοιχτά τα χείλια, ανοιχτά τα όμματα, θα περιμένω τα λουλούδια του μαγιού και το νερό της κόρης του ματιού θα χύνεται λυτά σε θάλασσα μουσκεμένη και πανδέγμονα,

κι έτσι, αιχμάλωτη αυτής της σκηνής της πυρπόλησης, θ’ αφήσω το καπέλο μου να παρασυρθεί από τον αέρα και, καθώς θα με χαιρετάει από τα μάκρη, θα βλέπω το γείσο του να επιπλέει στα ρηχά τινάζοντας ένα μαντίλι -το γείσο πάντα με προστάτευε από τη σπάταλη φεγγοβολή του ήλιου –

και να μη, παρακαλώ, σας διαφεύγει πως τελείωσα το Λύκειο των Ελληνίδων, μιλάω άπταιστα ελληνικά και αραμαϊκά στον ύπνο μου –ηλί, ηλί– επί τον τύπον των ήλων θέτω τις ιδέες μου και ξηστική μιλώ σας μπροστά στις αειθαλείς φυτεύσεις και ξώφαλτση στις τετελεσμένες πραγματικότητες και ξάστερη κάτω από τον νυχτερινό ουρανό της Αμμοχώστου, μπορείτε ακόμα κι εκεί να στήσετε μπαϊράκι, μπορείς να μπεις μέσα δαφνοφόρος, στο επιτρέπω, αν υποσχεθείτε ότι θα είστε κύριος θα πράξω μεταξύ μας συμφωνία κυρίων, μα μη, παρακαλώ σας, πικνίκ μη μου προσφέρετε, στο φως ψήνουν το δέρμα μου οι αχτίνες, η αφή μου χάνεται στο φως κι οι θύμησες τα γόνατα λυγίζουν, μη, παρακαλώ σας, έτσι όπως στις βορινές μέσα μου περιοχές εναέριες ρίζες κισσών συγκρατούν το δέρμα μου πάνω στα κιγκλιδώματα παρακαλώ σας μη, μη λησμονάτε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  • «πικνίκ»: Το ποίημα αφορμάται από την προεκλογική -με αναφορά στις παράνομες εκλογές στα κατεχόμενα- εξαγγελία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περί οργάνωσης «πικνίκ» στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου για τον επετειακό «εορτασμό» της εγκαθίδρυσης του ψευδοκράτους (15 Νοεμβρίου 1983), πρόκληση η οποία και υλοποιήθηκε. Σύμφωνα με ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και τη Δεύτερη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου (1979), την οποία προσυπέγραψε αυτός ο ίδιος ο απολογητής του taksim (τουρκ. διχοτόμηση), Ραούφ Ντεκτάς, προβλέπεται ότι χρειάζεται να δοθεί προτεραιότητα στο θέμα της επανεγκατάστασης στα Βαρώσια των νόμιμων κατοίκων τους υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ενώ η εν λόγω πρόνοια όφειλε και οφείλει ακόμα να εφαρμοστεί δεσμευτικά, ανεξάρτητα από την εξέλιξη των συνομιλιών για τη συνολική διευθέτηση του εδαφικού ή άλλων πτυχών του κυπριακού προβλήματος.
  • «Άγιος Ιλαρίωνας»: Βυζαντινό κάστρο (11ος αι.) στην κατεχόμενη Κύπρο, που δεσπόζει στην κορυφή του Πενταδακτύλου.
  • «γαμήλια φωτογράφιση»: Από ανάρτηση στο Facebook του Αμμοχωστιανού ιστορικού τέχνης Γιάννη Τουμαζή, ο οποίος επισκέφτηκε την πόλη μετά από το παράνομο άνοιγμα του παραλιακού μετώπου. Δημοσιεύει σχετική φωτογραφία, με νεόνυμφο ζευγάρι Τούρκων να φωτογραφίζεται μέσα στα χαλάσματα.
  • «γλάστρες»: Κατά την πρώτη μέρα της διάνοιξης του παραλιακού μετώπου των Βαρωσίων, οι Τούρκοι στόλισαν την πόλη με γλάστρες, έξω από λεηλατημένα και ετοιμόρροπα σπίτια.
  • «τότε που ζούσαμε»: Βλ. Γιάννης Αντωνίου, «Ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα», Ο Φιλελεύθερος, 25 Οκτωβρίου 2020.
  • «509»: Από ανάρτηση στο Facebook του Γιάννη Τουμαζή, με φωτογραφία από ένα σκουριασμένο κλειδί που βρήκε, κατά την επίσκεψή του (βλ. αν.), μέσα στο χώμα και τα χαλάσματα «Ποιος να έμενε στο δωμάτιο 509 του Esperia Tower Hotel στη Δημοκρατίας, τον Αύγουστο του 1974; Από ποιον να έπεσε άραγε…»
  • «κάτω από τον νυχτερινό ουρανό της Αμμοχώστου»: Βλ. το ποίημα «Γράμμα» του σπουδαίου Βούλγαρου ποιητή Nikola Vaptsarov: « Θυμάσαι / τη θάλασσα, τις μηχανές / […] / και τα μεγάλα της Αμμοχώστου / τ’ άστρα;» (στο: Marin Zhechev και Michael Berberov (επιμ.), Κύπρος αγάπη μου, [Λευκωσία] 1984.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

ΚΑΝΤΟ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ

Κατά τις μικρές ώρες, ένα μαύρο Twingo γεμάτο πεταμένα μπουκάλια μπύρας, πατημένα τσιπς και περιτυλίγματα από σοκολάτες πέρασε μπροστά από το δημαρχείο.

«Αυτή πρέπει να είναι η έβδομη μπύρα», είπε ο Λούκα φρενάροντας απότομα στο κόκκινο φανάρι.

«Και το δέκατο μπαφάκι. Κρατάς σημειώσεις;» ρώτησε ο Άντζελο. «Αυτά είναι. Τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη και εδώ για να φτιαχτείς θέλεις… ενισχύσεις.»

Ένα λαμπάκι άναψε στο καντράν. «Τέλεια! Ξεμείναμε από βενζίνη». Ο Λούκα έδωσε μια γροθιά στο τιμόνι.

«Ήρεμα, αγόρι μου!» Ο Φραντζέσκο τού έδειξε την ταμπέλα του βενζινάδικου.

«Μας περίσσεψε ένα ευρώ από το μηχάνημα», είπε ο Λούκα βιδώνοντας το καπάκι. Έβαλε με κόπο την αντλία στη θέση της. Είχε αρχίσει να την ακούει. Ακόμα του πόναγε το χέρι από τη γροθιά στο τιμόνι.

«Για κάτσε… Βάλε τη βενζίνη εδώ μέσα». Ο Άντζελο κατέβασε την τελευταία γουλιά και έδωσε το άδειο μπουκάλι μπύρας στον Λούκα.

«Μην ξεχαστείς και πιείς», γέλασε ο Φραντζέσκο από το πίσω κάθισμα.

Διέσχισαν τη μεγάλη λεωφόρο και έφτασαν στον παραλιακό δρόμο. Ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Ούτε ένας άνθρωπος δεν έχει ξεμείνει από τσιγάρα για να ξεμυτίσει; Σκέφτηκε ο Φραντζέσκο.

«Πόσο θα μ’ έφτιαχνε τώρα μια γκόμενα, με μεγάλα, τεράστια βυζιά», είπε ο Λούκα.

«Και τα μικρά βυζιά δεν θα με χάλαγαν καθόλου», πετάχτηκε ο Άντζελο. «Πόσο θα μ’ έφτιαχνε τώρα, το… οτιδήποτε. Κάτι, κάτι να γίνει. Ποτέ δεν συμβαίνει τίποτα σ’ αυτό το κωλομέρος».

«Ξέρεις τι λένε, αδερφέ μου», πετάχτηκε ο Φραντσέσκο. « Άμα δεν σου συμβαίνει, κάντο εσύ να συμβεί».

Ο Λούκα μύρισε τη βενζίνη στο μπουκάλι που κρατούσε. Άνοιξε το παράθυρο και μύρισε τη θάλασσα. Πάντα του άρεσε ο θαλασσινός, παγωμένος αέρας.

Σταμάτησε το αμάξι και έκανε σήμα στους άλλους δύο για να κατέβουν.

Καθώς περπατούσαν, πήρε τα σπίρτα για ν’ ανάψει τσιγάρο. Μαζί με το τσιγάρο τού έσκασε και η φλασιά, μέσα από τη δέσμη του φωτός. Βοήθησε και η φιγούρα ενός ανθρώπου που πλησίαζε. Ένας ξερακιανός Ινδός, τον είχαν συναντήσει προχθές στον σταθμό του τρένου. Εκεί μένει, δίπλα από τις σκάλες, σε ένα τεράστιο χαρτόνι. Τον κοίταξε περίεργα ή του φάνηκε; Ινδοί μετανάστες με λιγδωμένα τουρμπάνια, που βρωμάνε κάρυ και σε κοιτάνε περίεργα. Ήταν κι αυτή η βενζίνη στο μπουκάλι, μην πάει χαμένη. Ευκαιρία. Ο Ινδός όλο και πλησίαζε με βήμα γρηγορότερο από το δικό τους. Όταν πια ευθυγραμμίστηκαν τα βήματά  τους, η βενζίνη πετάχτηκε από το μπουκάλι και προσγειώθηκε στα ρούχα του Ινδού. Ένα μόνο σπίρτο έκανε τη δουλειά.

*  *  *

Έβγαλε τη γούνα της, την ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας και προσπάθησε να  συγκεντρωθεί στα λόγια του ανακριτή. Δίπλα της ο Λούκα και δύο φίλοι του.

Δέκα το πρωί αλλά ο ήλιος δεν τους έκανε σήμερα τη χάρη. Το δωμάτιο μύριζε πούρα και φτηνή αντρική κολόνια. Μουντό, χωρίς κουρτίνες, με ένα σμαραγδί, θλιβερό χαλί που είχε χρόνια να δει ηλεκτρική σκούπα. Έπαιζε με τις πέρλες του κολιέ της, ούτε καφέ δεν είχε προλάβει να πιεί. Την ξύπνησαν για να τη φέρουν άρον άρον εδώ, για να την ενημερώσουν για τα κατορθώματα του γιου της.

«Ο γιος σας δήλωσε συγκεκριμένα ότι ήθελε μια δυνατή συγκίνηση για να τελειώσει η βραδιά», είπε ο ανακριτής, κοιτώντας τις σημειώσεις του.

Κοίταξε τον Λούκα. Οι άλλοι δυο φίλοι του είχαν σκυμμένο το κεφάλι. Μόνο αυτός την κοίταζε ατάραχα. Σαν να μην καταλάβαινε γιατί είναι εδώ. Με μαύρους κύκλους από την αϋπνία, να αναρωτιέται πότε θα ξεμπερδέψουν από δω για να πάει για ύπνο.

Ο ανακριτής δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από τους τρεις νεαρούς. Είχε εξετάσει πολλές υποθέσεις στη ζωή του, αλλά αυτή φαινόταν να ξεπερνάει κάθε προηγούμενο. Ένιωθε να ανακατεύεται. Ευχήθηκε να μην τον πάρουν ποτέ τηλέφωνο και να του πουν κάτι τέτοιο για τον γιο του.

«Και ο Ινδός;» ρώτησε τον ανακριτή.

«Βρίσκεται στο νοσοκομείο. Με εγκαύματα τρίτου βαθμού στο σώμα».

«Μάλιστα». Θα μπορούσε να νιώσει συμπόνια για τον Ινδό. Θα μπορούσε να θυμώσει, να απελπιστεί, να αηδιάσει, να παγώσει, να ταρακουνηθεί, να ξεσπάσει, να φρικάρει. Ένα είναι το ζήτημα τώρα. Τι θα πει το βράδυ, στην εκπομπή; Γιατί κάποιος θα το θίξει το θέμα, δεν μπορεί.

Ξαφνικά ένιωσε κρύο, πολύ κρύο. Φόρεσε τη γούνα της, έριξε μια ματιά στον ανακριτή, που προσπαθούσε να μαντέψει τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή της, ψέλλισε μια δικαιολογία και αποχώρησε.

Οι ειδήσεις των οκτώ μίλησαν για μια πράξη πρωτοφανούς βαρβαρότητας από μια παρέα νεαρών που θέλησε να σκοτώσει την πλήξη της τα ξημερώματα. Έδειξαν και πλάνα από την μητέρα του ενός εκ των νεαρών, την Τζίνα Σκιάβο, σταρ του Netuno tv.

Γκρο πλάν στο  πρόσωπο της υπέρλαμπρης σταρ, που φανερά ταραγμένη, έσπευσε στο νοσοκομείο για να συμπαρασταθεί στον Ινδό μετανάστη. Η σταρ έκλαιγε γοερά. Προσφέρθηκε μάλιστα να αποζημιώσει τον Ινδό με ένα  καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό.  Ο Ινδός κοίταζε τις κάμερες,  κοίταζε την κλαίουσα κυρία που προσγειώθηκε στο κρεβάτι του και δεν μπορούσε να καταλάβει. Εδώ και ώρες πονούσε χωρίς να καταλαβαίνει.  Το μόνο που υποψιαζόταν ήταν πως θα περάσει πολλές ακόμα ώρες εδώ μέσα. Αν είχε τα βιβλία του… Τα είχε αφήσει στον σταθμό, μαζί με τα ρούχα του, εκεί, στο μεγάλο χαρτόνι δίπλα από τις σκάλες. Πώς θα γινόταν να τα πάρει; Θα ήθελε να το πει στη νοσοκόμα αλλά δεν ήξερε πάνω από δέκα λέξεις στα ιταλικά. Αρούν τον έλεγαν, κανείς δεν τον ρώτησε.

Το επεισόδιο με τον  Ινδό επισκιάστηκε από την  πράξη νεαρών ακτιβιστών που πέταξαν κουβάδες με μπογιά στη γούνα της Τζίνα Σκιάβο, την ώρα που αποχωρούσε από το νοσοκομείο.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΦΟΥΣΚΑΛΕΣ

Πάντα του άρεσε να την βλέπει την ώρα που πότιζε τα φυτά. Ορτανσίες, μπιγκόνιες και μη με λησμόνει, αυτά ήταν τα αγαπημένα της. Έσκυβε πάνω από το καθένα και του μιλούσε. Τα τελευταία χρόνια παρατηρούσε τους χυμούς του προσώπου της να το εγκαταλείπουν, όπως ένα ποτάμι που ξηραίνεται μέρα με τη μέρα. Μόνο τα μάτια της, σε αντίθεση με το σώμα, αντιστάθηκαν  στη φυσική φθορά. Όμορφη την έβλεπε πάντα, κι εκεί και εδώ, σ’ αυτό το μικρό σπίτι στην εξοχή, με τα μικρά παράθυρα. Δύο δωμάτια όλα κι όλα, μικρά σ’ ένα παλιό σπίτι, γεμάτο υγρασία. Εν τόπω χλοερώ… Δεν έχει παράπονο, από χλόη άλλο τίποτα, ατέλειωτα λιβάδια  έξω από το σπίτι τους. Σε όλη του τη ζωή αναρωτιόταν τι γίνεται μετά, και τώρα που ζει το «μετά», έχει κι άλλες απορίες. Ο κύριος που τους υποδέχτηκε στην είσοδο ήταν πολύ απασχολημένος με όλες εκείνες τις αφίξεις.  Τούς επέτρεψε να μείνουν μαζί, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Για πόσο θα μείνουν εδώ; Μια ζωή; Και πώς μετριέται η ζωή εδώ; Όπως στη ζωή εκεί κάτω;

Από τότε που πέρασαν την περίφημη πύλη, μπορεί μόνο να δει τη μορφή της. Ποτέ τη δική του. Δεν υπάρχουν καθρέφτες εδώ. Αυτή ξαναπήρε τη μορφή που είχε την πρώτη φορά που την είδε στο ανθοπωλείο του μπαμπά της. Σαν να πέρασε από το φωτογραφείο και να διάλεξε αυτό το ενσταντανέ από δω και πέρα.

Σιωπή. Μόνο σιωπή από δω και πέρα. Χώμα, νοτισμένο από τη λάσπη και τα σάπια φύλλα, όπως μυρίζουν οι χώρες που δεν έχουν ούτε μια μέρα παύση βροχής. Κι όμως, δεν θυμάται να έβρεξε καθόλου.

Του πήρε μια ζωή ολόκληρη να δεχτεί ότι έρχεται δεύτερος, κι ακόμα δεν λέει να το πάρει απόφαση. Νιώθει μέσα του κομμένα δάση, ατέλειωτα στρέμματα καμένης γης και λέξεων που δεν ειπώθηκαν. Κι αυτή τώρα είναι εδώ. Ένα σύννεφο που δεν πιάνεται με την απόχη, δεν  χωράει μέσα στην αγκαλιά του. Ώρες- ώρες ξεχνιέται και πάει να την αρπάξει από τα χέρια. Μετά, θυμάται και μαζεύεται στη θέση του με κατεβασμένο το κεφάλι.

Στις έντεκα του φτιάχνει τον καφέ του. Πρώτα το πότισμα, μετά ο καφές. Η πιο αγαπημένη τους στιγμή μες τη μέρα. Μετά, εκείνη φτιάχνει τις κουρτίνες. Βρήκε πίσω από το σπίτι ένα δέντρο με πολύχρωμες κλωστές. Εκείνος της έφτιαξε ένα βελονάκι με τα εργαλεία που βρήκε στην αποθήκη. Εκείνη πλέκει τις κουρτίνες κι εκείνος φτιάχνει τον φράκτη γύρω από το σπίτι, με ξύλα που βρήκε παρατημένα δίπλα από το ποτάμι. Γιατί έτσι είχε μάθει μια ζωή. Κάτι να κάνει με τα χέρια του. Κι εκείνης τα χέρια της φτιάχνουν τα καλύτερα. Μόνο εκείνη ξέρει πώς να κάνει τόσο ωραίο καφέ. Ελληνικό, γεμάτο φουσκάλες.

«Για να σου φέρνει τύχη», του λέει.

«Τύχη; Τώρα πια;» την στραβοκοιτάζει κι αυτή κουνάει το κεφάλι, για έμφαση. Κάθε μέρα οι ίδιες ατάκες.

Σήμερα  αλλάζουν ρόλους. Θα της φτιάξει αυτός τον καφέ της.

«Σήμερα θα σε φροντίσω εγώ», της λέει. Παλεύει με τα μπρίκια, χύνεται ο μισός καφές στο μωσαϊκό στο πάτωμα, πάει και το καϊμάκι και οι φουσκάλες. Παρόλα αυτά τής τον σερβίρει καμαρωτός, σαν να της προσφέρει φασιανό ή μοσχαράκι μπουργκινιόν.

«Έτσι σε φρόντιζε και ο δικός σου;» τη ρωτάει.

Δεν του απαντάει. Απαντάει κανείς σ’ αυτά; Θα τον αγκάλιαζε, αν μπορούσε. Αυτός πίνει μια γουλιά, καθαρίζει τον λαιμό του, κουρδίζει τη φωνή του και αρχίζει πάλι τη γνωστή ιστορία. Κάθε μέρα τη γνωστή ιστορία.

«Πέρασα όλη μου τη ζωή δίπλα από την πόρτα σου. Πάντα δίπλα. Το πρωί σε παρακολουθούσα πίσω από τα στόρια. Να γδύνεσαι».

Αυτή απολαμβάνει να τον ακούει. Πολύ θα της άρεσε αυτή η ιστορία, αν δεν ήταν η δική της. Αν δεν ξυπνούσε κι αυτή κάθε πρωί με το «πώς-θα-ήταν-αν…». Αν δεν ξυπνούσε ιδρωμένη τα βράδια.

«Το μεσημέρι σε έβλεπα από το παράθυρο της κουζίνας μου να  μαγειρεύεις. Ή μάλλον να του μαγειρεύεις».

«Τώρα μαγειρεύω για σένα. Πες μου τι πεθύμησες σήμερα, κι εγώ θα κατέβω μέχρι το χωριό για να πάρω τα πράγματα για να το φτιάξω».

«Τώρα!»

«Με περίμενες;» τον ρωτάει.

Δεν της απαντάει στα αυτονόητα. Νομίζει πως θα του ανέβει το παράπονο στο λαιμό και θα βγει σαν ξερατό, θα χυθεί κι αυτό στο πάτωμα.

«Όλη μου τη ζωή σε ονειρευόμουνα. Να ξυπνάω δίπλα σου, να είμαι δική σου. Τελικά δεν ήμουν ούτε δική σου, ούτε δική του. Κάπου ανάμεσα, πάντα. Χρόνια μου πήρε να αποφασίσω», είπε εκείνη. «Ένα βράδυ φόρτωσα πέντε-έξι αλλαξιές και βγήκα από την πίσω πόρτα. Στα κρυφά. Δέκα, είκοσι βήματα απόσταση ήταν, δεν ήταν πιο πολλά. Και μετά… Μετά σκέφτηκα πως απλά δεν γίνεται να ξυπνήσουν τα παιδιά και να μη με βρουν. Ποιος θα τους φτιάξει το γάλα; Ποιος θα τους πάει σχολείο; Κι αν ξεχάσουν να πλύνουν τα δόντια τους;»

Εκείνος κοιτάζει πέρα, μακριά, τα σύννεφα. Τα απογεύματα πηγαίνουν για τρέξιμο δίπλα από το ποτάμι, και τα βράδια… Δεν υπάρχουν βράδια, ο ήλιος δεν φεύγει ποτέ από εδώ. Μέρες ατέλειωτες, ούτε βραδιάζει, ούτε χειμωνιάζει. Είναι πάντα άνοιξη, πάντα σπαρμένα λιβάδια, και πάντα μέρα. Αναρωτιέται ποιος να μένει τώρα στο σπίτι του, εκεί κάτω. Και τι σημασία έχει; Το μόνο που έχει σημασία είναι το τώρα, το εδώ. Ο χρόνος  μαζί της, έστω κι έτσι.

«Και τώρα;» ρωτάει εκείνη.

Και τώρα, όπως και τότε, κάτι μας φέρνει κοντά και κάτι μας χωρίζει.

Σιωπή.

Περνάει από μέσα της για να κλείσει την πόρτα που κοπανάει από τον αέρα. Θα την άγγιζε, αν μπορούσε.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

«Θυμάσαι το πανηγύρι στο Φραντάτο;» είπε εκείνη την ώρα που του σέρβιρε το τσάι με την κανέλα. Το χέρι της έτρεμε ελαφρώς την ώρα που του έδινε το πιατάκι, αλλά έκανε πως δεν το βλέπει. Του άρεσε να το πίνει σ’ αυτό το παλιό σερβίτσιο, προίκα από τη μάνα της, της το έδωσε τη μέρα που παντρευόταν η Ανθούλα,  που έμενε από πάνω τους στη Δαμάρεως. «Άνετα το περνάει κανείς για πορσελάνη Βοημίας», της είπε η μάνα της γελώντας.

Τα απογεύματα κάθονταν στο μπαλκόνι και  έβλεπαν  τις παλιές στέγες και τους ανθρώπους από κάτω να περιπλανιούνται. Να θυμηθώ να ποτίσω τα λουλούδια, μ’ αυτή τη ζέστη δεν θα τη βγάλουν τη βδομάδα, σκέφτηκε εκείνη και κάθισε απέναντί του. Πήρε κι ένα μπισκότο βουτύρου από τη λουλουδάτη πιατέλα. «Μπισκότα βουτύρου, στην ηλικία σας;» Απόρησε ο γιατρός. Κι εκείνη δεν το σχολίασε. Ναι, γιατρέ. Στην ηλικία μου. Κάποιες συνήθειες δεν είναι για να  κόβονται.

«Στο Φραντάτο; Δεν μου λέει κάτι», είπε αυτός και ήπιε μια γουλιά. Του έκαψε τη γλώσσα.

«Πάντα βιάζεσαι», του θύμωσε. «Στην Ικαρία. Έξι Αυγούστου. Της Μεταμορφώσεως. Πριν από… Για να υπολογίσω… σαράντα τρία χρόνια».

Εκείνος δεν φαινόταν να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να θυμηθεί κι εκείνη δεν τον πίεσε. Σε τέτοιες περιπτώσεις  επιβάλλεται  αλλαγή θέματος.

«Θυμάσαι που μας πήραν τηλέφωνο για να μας πουν ότι ο μικρός έσπασε το πόδι του;»

«Πότε;»

Φαινόταν  σαν να το άκουγε για πρώτη φορά.

«Το 1994. Τη χρονιά που πέθανε η Μερκούρη. Βέβαια. Όλος αυτός ο κόσμος… Να περνάει η νεκροφόρα… Λαοθάλασσα».

«Η Μερκούρη; Η Μελίνα; Πέθανε;»

Του ίσιωσε μια τούφα από τα μαλλιά του. Μέρα με τη μέρα αραιώνουν. Μία απ’ αυτές τις μέρες θα σηκωθεί το πρωί, θα κοιταχτεί στον καθρέφτη και δεν θα του μείνει ούτε μια τρίχα.

«Κρίμα… Τι γυναίκα όμως, ε; Τι με κοιτάς; Μη μου πεις ότι ζηλεύεις;»

Εκείνη χαχάνισε. «Καλά. Άστο αυτό. Μη μου πεις ότι δεν θυμάσαι ούτε τι έγινε σαν σήμερα».

«Τι έγινε πάλι;» Εκείνος άρχισε να δυσανασχετεί.

«Σαν σήμερα, πριν από τριάντα  χρόνια, ήρθα και σε απήγαγα από το ταχυδρομείο. Τα είχα σχεδιάσει όλα. Σκαρφίστηκα και μια δικαιολογία για τον διευθυντή σου και σε έκλεψα. Σήμερα ρεπό, σου είπα. Και πήγαμε στη θάλασσα. Εσύ φορούσες ένα ριγέ, πράσινο πουκάμισο και εκείνα τα παπούτσια που πήραμε από τον κυρ Αργύρη στην Πατησίων».

«Τον κυρ Αργύρη;»

«Ναι, μωρέ, έλα, αυτόν, που ήταν ο ξάδερφος της Μένης της κομμώτριας, που την κεράτωσε ο άντρας της με τη Βιργινία. Μη μου πεις ότι δεν τη θυμάσαι; Έλα, η Βιργινία με τα ψηλά πόδια, που φορούσε πάντα φούστες με πιέτες, κορμάρα.  Σε είδα που την χαλβάδιαζες».

«Πότε;»

«Ένα Σάββατο. Τέλος πάντων. Άλλο λέγαμε. Σε πήρα και πήγαμε στη θάλασσα».

 Πόσο με τσαντίζει που δεν θυμάσαι! Παραλίγο να της ξεφύγει.

Πήρε άλλο ένα μπισκότο.

«Πάρε κι εσύ ένα», του είπε.

Μασούλησαν και οι δύο σε τέλειο συγχρονισμό.

«Σ’ αρέσει;» τον ρώτησε.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά.

«Τα έχω ξαναφτιάξει πριν από… για να σκεφτώ. Πότε είχαμε τη γιορτή του Βασίλη; Πριν από… δύο μήνες, όταν ήρθε η μαμά σου. Τότε, που μας έφερε τρίγωνα Πανοράματος και φορούσε αυτή τη βελέτζα.

«Ναι ναι, θυμάμαι», είπε εκείνος.

«Με δουλεύεις; Θυμάσαι; Θα μεγαλώσει η μύτη σου!»

Αυτός ντράπηκε, κατέβασε το κεφάλι. Αν μπορούσε, θα θυμόταν πως κάπως έτσι ένιωσε όταν τον έπιασε η μάνα του να κλέβει τη Lamborghini του φίλου του του  Aνέστη. Θα ήταν δεν θα ήταν πέντε χρονών. Τη σούφρωσε και μετά την έκρυψε στην τσέπη του. Όλη την υπόλοιπη μέρα είχε χωμένο το χέρι του μέσα στην τσέπη και την ένιωθε ζεστή, σαν να είχε διανύσει χιλιόμετρα. Και μετά η μάνα του κάτι υποψιάστηκε. Έβαλε το χέρι της  στην τσέπη του  και τη βρήκε.

Η μνήμη. Γιατί δεν μπορεί να ανασύρει την πληροφορία; Ούτε αυτήν, ούτε τόσες άλλες, σημαντικές, ασήμαντες. Ώρες και μέρες από τη ζωή του. Τόσα κενά. Αν μπορούσε να τα συμπληρώσει τόσο εύκολα, σαν αυτές τις ασκήσεις στα αγγλικά!  Fill in the blanks.  Σαν το λούτρινο αρκουδάκι σ’ εκείνα τα μηχανήματα στα λούνα παρκ. Η δαγκάνα  τόσο κοντά, πάντα πολλά υποσχόμενη, αλλά δεν θα  πιάσει ποτέ  τo αρκουδάκι. Ίσως φευγαλέα,  για να το αφήσει μετά.

Εκείνη σηκώθηκε, κι εκείνος σηκώθηκε. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον, σαν Εύζωνοι σε αλλαγή φρουράς. Σήκωσε το κεφάλι για να τον κοιτάξει. Πάντα της άρεσε η διαφορά ύψους. Εκείνος χώθηκε στην αγκαλιά της. Μύριζε τηγανισμένο κρεμμύδι, αλλά του άρεσε. Πάντα μύριζε κρεμμύδι και πάντα του άρεσε.

Κοιτάχτηκαν σαν να κοιτάζονταν στον καθρέφτη.

Εκείνος ξανακάθισε στην μπαμπού πολυθρόνα του μπαλκονιού με τα μαξιλάρια με τις ξεθωριασμένες βούλες. Τη μετακίνησε λίγο στο σημείο του μπαλκονιού που είχε ακόμα ήλιο. Εκείνη τον πλησίασε από πίσω, κόλλησε το κεφάλι της στον δεξί του ώμο και μετά το ευθυγράμμισε με το δικό του. Για λίγο οι κρόταφοί τους ενώθηκαν. Η μνήμη έλιωσε, γλίστρησε από τους κροτάφους της, συνάντησε το κεφάλι του, διέσχισε το σώμα του και έκανε μια μικρή λίμνη μπροστά στα πόδια του. Κι εκείνος έβγαλε τα παπούτσια του και βύθισε τα δάχτυλα των ποδιών του μέσα. Όπως θα έκανε ποδόλουτρο με αλάτι μια μέρα μετά από τη δουλειά. Δεν θυμόταν τίποτα, μόνο έναν ήχο από μακρινή μουσική, σαν τραγούδι από ένα νανούρισμα  για ένα άλλο παιδί. Ποτέ γι’ αυτόν. Δεν θυμόταν, αλλά βύθισε τα πόδια του μέσα στη λίμνη της μνήμης της και την αγκάλιασε με τα μάτια. Έπειτα, όπως πήζει το τσιμέντο μετά από ώρες, τα πόδια του έπηξαν εκεί, σαν τιμωρία και σαν επιβράβευση. Θυμήθηκε. Μια μέρα από τη ζωή τους. Όλη η μέρα σαν ταινία. Καρέ καρέ. Σκηνές, σεκάνς ολόκληρες. Η  μωβ πεταλούδα  που πέρασε από τα μάτια της, το καρό φόρεμα που του θύμιζε την ποδιά της μάνας, η γεύση  του σάντουιτς με τόνο, το πικνίκ στην παραλία, πώς στραφτάλιζε ο ήλιος στα χέρια της, τη γεύση του γαλλικού καφέ στα φιλιά της, όλα. Κάθε λεπτομέρεια από κείνη τη μέρα και τίποτα άλλο. Ούτε μια μέρα πριν, ούτε μια μέρα μετά. Μια μέρα μόνο από τη ζωή τους κι αυτό ήταν κάτι. Κάτι που θα τον έκανε να κοιμηθεί ήσυχος το βράδυ. Έχει πολλά βράδια να κοιμηθεί ήσυχος, κι αυτό είναι κάτι.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΑΜΕΝΟΥ

<άτιτλο 1>

Ο κόσμος, οι άνθρωποι, χαρά και θλίψη στον ίδιο χώρο. Σώματα βαριά, κουρασμένα βλέμματα δυστυχισμένα που κρύβουν τόσα και τόσα και άλλα τόσα. Τα μάτια μιλούν, αλήθεια σου μιλούν. Μπορούν να υπάρξουν και μόνα τους, να εξηγήσουν, να σου δείξουν. Εκεί κάπου είναι τα μάτια όλων αυτών των σωμάτων, όλων αυτών των ανθρώπων γύρω σου. Τίποτα δε μπορεί να τα σταματήσει από το να υπάρχουν και να μιλούν. Τώρα πια τ ’ακούς, τα αφουγκράζεσαι, τα αισθάνεσαι. Αυτά είναι τα μάτια. Η θλίψη, η χαρά, η αγωνία, η ζωή όλη.

Κάπου εκεί είσαι κι εσύ, έρμαιο των σκέψεων σου. Έρμαιο των κινήσεων σου. Σπασμωδικών κινήσεων που προδίδονται από τα μάτια σου. Εσύ, το σύνολο, εμείς όλοι. Ένας γενικευμένος θόρυβος, μια οχληρία και…στα μάτι η μορφή, η πραγματική ανθρώπινη μορφή.

<άτιτλο 2>

Τί είναι αυτό, ρώτησε; Πού να ξέρω, του απάντησε με βλέμμα γεμάτο αποστροφή. Πόσο βαριέμαι αυτούς τους τύπους με τις φανφάρες και τα σύμβολα δοξασίας, σαν από άλλο αιώνα να βγήκα, να είναι σαθροί με καπέλα ναπολεόντεια και βάδισμα δύσμοιρου δίποδου. Τα φύλλα που έλεγες. Αυτοί έξω, γυναίκες μέσα. Σαν φυλακή γίναμε πιά κι ο ουρανός μας βλέπει και χασκογελά.

<άτιτλο 3>

Εκεί που γεννήθηκα γεννήθηκαν κι άλλοι. Ε και; Σιγά το πράμα, τόσοι και τόσοι γεννιούνται στον ίδιο τόπο. Δεν το κάνουν θέμα.

Ξέρετε ποια είναι η διαφορά μας. Όλοι ξέρετε. Διαβάσατε, κι αν δεν διαβάσατε, είδατε. Πολλοί από εσάς γελάσατε όπως οι συντοπίτες μου στα χωριά της περίφημης Ανδαλουσίας.

Κι εσείς οι υπόλοιποι, νοεροί σύντροφοι μου, ομοϊδεάτες μου. Εσείς μόνο με πιστέψατε τότε και τώρα. Αιώνες μετά και είμαι ακόμη εφήμερος;

Μα τί μου συνέβη;

Εσείς λοιπόν ομοϊδεάτες μου, σ ’εσάς μιλάω. Ναι. Πάμε λοιπόν. Ο Σάντσο μας περιμένει, κι ας νομίζει κι αυτός ότι κυνηγάμε ανεμόμυλους.

<άτιτλο 4>

Η κηδεία έγινε με συνοπτικές διαδικασίες. Λίγος άρτος, μερικά λουλούδια στο χώμα, λίγα δάκρυα από τους συντρόφους στο μέτωπο της τότε εποχής, δεν ήταν άλλωστε και πολλοί μετά από τόσα χρόνια. Και επέστρεψαν όλοι στα σπίτια τους.

Πέρασαν ώρες, μέρες και μέσα απ’ τα χώματα και τη λάσπη, σύρθηκε εκεί που ήξερε ότι θα την βρει. Τα σκουλήκια του φώτιζαν το διάβα του, ήξεραν που πάει. Όλο αυτό τον καιρό που εγκαταστάθηκε ο νέος διαμένοντας εκεί, μονολογούσε, αναπολούσε, θυμόταν το τότε, το παλιά. Αγάπες, θλίψες, χαρές, φωνές, όλα. Το μυαλό του ήταν σαν μαυρόασπρη ταινία βουβού κινηματογράφου. Και τα σκουλήκια θεατές. Κατάλαβαν που ήθελε να πάει και γι’ αυτό του άφησαν τα παπούτσια και τις κάλτσες για να μην κρυώσει και να μπορεί να περπατά στο ανώμαλο έδαφος του κοιμητηρίου.

Πέρασε πάνω από ανθρώπους μικρούς, μεγάλους, τεμαχισμένους, ξεχασμένους. Ανθρώπους με πρόσωπα γαλήνια, με όμορφα ρούχα στολισμένους. Τους είδε, τους χαιρέτησε και συνέχισε. Φρόντιζε πάντα στην έξοδο του να μην χαλά τίποτα από την ηρεμία του χώρου τους.

Το έκτο βράδυ έφτασε. Ακόμα θυμόταν το σώμα και τη μυρωδιά της. Την βρήκε εκεί να τον περιμένει για να του πει ότι τότε δεν μπορούσε άλλο να τον περιμένει, ότι ήθελε να φύγει και έφυγε γιατί έτσι έμαθε να είναι. Ελεύθερη. Να ζει τη στιγμή. Κι αν η στιγμή προϋποθέτει αναμονή, αυτή να φεύγει.

Άναψαν τσιγάρο κα κάθισαν μαζί. Πέρασαν χρόνια από τότε που είπαν αντίο στο στενό δρομάκι του ανατολικού Λονδίνου. Και χάθηκαν. Ζωές χωριστές σαν δύο διαφορετικά τσιγαρόχαρτα. Κι όμως εδώ συναντήθηκαν. Δύο ζωές κοινές στην άπνοια, στη λήθη του τέλους, του θανάτου τους.

<άτιτλο 5>

Πέρασαν τρείς μέρες από τη μέρα που έθαψαν τον πατέρα. Μετά τη τελετή λίγοι μαζεύτηκαν στο σπίτι τους για να συλλυπηθούνε. Φίλοι του απ’ το καφενείο που πήγαινε κάθε απόγευμα, μετά που ερχόταν από τα χωράφια, για να παίξει πρέφα. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Χιόνισε τη μέρα που έσβησε και από τότε το χωριό ντύθηκε στα λευκά. Πόσο δεν της άρεσε το λευκό…

Όταν έφυγαν οι καλεσμένοι, οι δύο γυναίκες κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας στο μισοσκόταδο. Μια βαριά σιωπή επικρατούσε στο χώρο. Φοβούνταν ν΄ανασάνουν.

«Να ετοιμάσω τσάι;» λέει το κορίτσι στη μάνα της.

«Άστο, θα το κάνω εγώ. Δεν είναι αυτά για σένα πιά» είπε η μαυροντυμένη μάνα και σηκώθηκε βαριά μ’ ένα κεφάλι γεμάτο τύψεις και στεναχώρια.

«Καλά, τότε θα ετοιμάσω τα ποτήρια», της είπε το κορίτσι έτοιμο να πεταχτεί απάνω με την δύναμη της νεανικότητας της και την ενέργεια μιας έφηβης.

«Άστο σου είπα, εγώ τα κάνω αυτά. Μη σκας, είπαμε δεν είναι αυτά για σένα».

«καλά δηλαδή τώρα έτσι θα’ χουμέ;» ρώτησε το κορίτσι μπερδεμένο. «Κι εγώ τί θα κάνω;»

«Κοίτα να μαζέψεις δυνάμεις. Να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων.»

«Ποιων περιστάσεων; Της ανάγκης εννοείς. Πιο πολύ της δικής σου ανάγκης.» είπε το κορίτσι με πικρία.

«Και τί θες να κάνω; Να σε πάρω να πάμε σπίτι τους, να μείνουμε για πάντα δύστυχες; Άκου που σου λέω. Είναι η μόνη λύση. Μπορούμε και μόνες μας φτάνει εσύ να πεις το ναι. Θα ζήσουμε εδώ, θα έχεις εσύ τη γη κι εγώ το σπίτι. Θα πηγαίνεις τ’ απόγεμα στο καφενείο κι εγώ θα καλώ τις γειτόνισσες να πίνουμε καφέ. Θα περνούν οι μέρες όπως παλιά. Αρκεί να πεις το ναι.»

«Και μετά;»

«Τί μετά;»

«Τί θα γίνει μετά; Πώς θα ζήσω εγώ το μετά δεν σκέφτηκες; Εσύ, που όλα τα έχεις προγραμματίσει; Θα ζήσω μόνη για πάντα;»

«Όχι μόνη. Μόνος να λες να το συνηθίζεις. Και εν πάση περιπτώσει, δεν θα είσαι μόνος! Είναι και οι άλλοι στο επάνω στενό δρομάκι. Ο Γκόρκι και ο Τόμας. Και θα’ ρθουν κι άλλοι, θα το δεις. Δεν ζούμε κι όλοι οι γονείς σαν τα βουνά της Αλβανίας! Κι οι φίλες σου θ ‘ακολουθήσουν θα το δεις, Κοίτα τώρα να συνέλθεις. Βγάλε αυτά τα μαύρα ράσα που φοράς, φτάνει τα φορέματα και τα λούσα. Πέτα τα. Σου έχω βάλει το παντελόνι και το πουκάμισο στο κρεβάτι σου σιδερωμένα. Ατσαλάκωτο θα σ’ έχω όσο ζώ. Στ’ ορκίζομαι. Σ ‘εσένα θα υπακούω όπως έμαθα να κάνω πάντα στον πατέρα σου.»

«Τελείωσε δηλαδή; Με καταδίκασες: και την Ζωή, το κορίτσι σου; Έτσι την ξέχασες;»

«Σ’ ελευθέρωσα να λες. Μας ελευθέρωσα! Σου πήρα κι ένα καινούριο γιλέκο, θα το δεις κι αυτό εκεί μαζί με το παντελόνι. Σου άφησε κι ένα σελίνι για το καθημερινό σου ποτό στο καφενείο. Μην ξεχάσεις αύριο να ξυπνήσεις στις πέντε. Άντε τώρα, πάνε βρέξε τα μαλλιά σου να στα κόψω. Έφερα το ψαλίδι.»

ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΓΓΑΡΗ

ΑΦΤΙΑ ΚΟΥΝΕΛΙΟΥ

Η Tζιλ εντυπωσίαζε τους πάντες από μικρή ηλικία. Ίσως το ανεξήγητο του ταλέντου της να προσέλκυε τους πάντες στο άτομό της. Βέβαια, η ίδια δεν θεωρούσε ότι είχε κάτι σημαντικό να προσφέρει στην ανθρωπότητα ή στους πάντες, όποιοι κι αν ήταν αυτοί. Μα, ήξερε πως όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο, όχι απαραιτήτως καλό λόγο, αλλά είχαν μια αιτία.

Γι’ αυτό και ένα φθινοπωρινό απόγευμα, στις 23 Οκτωβρίου του 2013 πέρασε το κατώφλι του εργαστηρίου νευρολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Irvine. Οι τοίχοι ήταν κατάλευκοι χωρίς ίχνος λεκέ—ούτε καν μια μουτζούρα από κάποιο απρόσεκτο δάκτυλο, ούτε καν ένας πίνακας για να δημιουργεί την ψευδαίσθηση φιλοξενίας—κι η μοκέτα γκρίζα με κάτι διακλαδώσεις περίπλοκες που έδειχναν πώς τα πάντα ήταν κατά κάποιον τρόπο ενωμένα. Η Τζιλ δίστασε να πατήσει πάνω σ’ αυτήν την τόσο απόκοσμα οικεία επιφάνεια, σήκωνε το πόδι να κάνει ένα βήμα, μα το έπαιρνε αμέσως πίσω, σίγουρα θα ήταν αστείο θέαμα, μια γυναίκα 42 χρονών να φοβάται να πατήσει πάνω σε μια μοκέτα γεμάτη νευρώνες.

«Η κυρία Πράις;» την καλωσόρισε ο ερευνητής με τα γυαλάκια. «Έχουμε συνομιλήσει μέσω email. Eίμαι ο δρ Τζόουνς. Περάστε, σας περιμέναμε», την οδήγησε σε ένα άλλο κατάλευκο δωμάτιο με την ίδια γκρίζα μοκέτα, τον καμβά για κάθε διακλάδωση που μπορεί να υπάρξει στην ανθρώπινη ανατομία. Η Τζιλ όταν ήταν μικρή παρατηρούσε πώς έσμιγαν τα κλαδιά των σημύδων στην αυλή της. Μπορεί ακόμη και σήμερα να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια πώς ήταν το κάθε κλαδί του κάθε δέντρου και πώς μπλέκονταν μεταξύ τους κάθε μέρα από τότε μέχρι σήμερα.

«Λοιπόν, σας ευχαριστούμε κατ’ αρχάς, για τη συμμετοχή σας», δήλωσε ο δρ Τζόουνς. «Καθίστε άνετα και θα σας κάνω εγώ κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις αν συμφωνείτε», την κοίταξε πάνω από το μπλοκάκι του με ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια του. Η Τζιλ ένευσε ότι συμφωνεί. «Πότε αρχίσατε να παρατηρείτε το φαινόμενο;». Αν θα έπρεπε να το καθορίσει χρονικά, τότε ίσως την 1η Ιουλίου 1979. Όχι, μάλλον νωρίτερα. «Την 19η Ιανουάριου 1979, ημέρα Παρασκευή». «Ωραία, και τι θυμάστε από εκείνη την ημέρα;».

Ξύπνησα στις 7:00 ακριβώς. Ετοιμάστηκα για το σχολείο, φόρεσα ένα ροζ πουλόβερ και γκρίζο παντελόνι. Δεν έβρισκα όμοιες κάλτσες κι έτσι φόρεσα μία μπλε και μία καφέ με αστεράκια χρυσά. Έδεσα τα κορδόνια στις μπότες μου κάνοντας τ’ αφτιά του κουνελιού. Ακόμα δεν μπορούσα να δένω τα κορδόνια μου όπως οι μεγάλοι. Αυτό το έμαθα στα 22 μου, την Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 1987, όταν σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο κι έβγαινα με τον Ρόμπερτ. Είχα κοιμηθεί στο σπίτι του εκείνη την νύχτα. Ετοιμαζόμουν να πάω στο μάθημα και με κορόιδευε που έκανα τ’ αφτιά του κουνελιού για να δέσω τα παπούτσια μου. Το έβρισκε χαριτωμένο, έτσι έλεγε. Μου έδειξε πώς να δένω τα κορδόνια μου ως ενήλικας. Δεν άλλαξε και κάτι στη ζωή μου με αυτή την νέα γνώση. Στις 25 Ιουνίου 1983 βέβαια επέστρεψα στη μέθοδο του κουνελιού κι ο Ρόμπερτ βρέθηκε ξαφνικά στο Κολοράντο να ζει με τη μάνα του μόνιμα.

Ο δρ Τζόουνς σημείωνε πυρετωδώς. Τι όγκος πληροφοριών, αχαμ, μουρμούριζε, μέχρι που έκοψε την Τζιλ και της είπε ότι είχε αρκετές πληροφορίες για τους σκοπούς της έρευνάς του. «Θα περάσουμε τώρα στον τομογράφο. Θα είναι κάπως δυσάρεστο, μα χρειάζεται να έχουμε μια καθαρότερη εικόνα του εγκεφάλου σας», της είπε αγγίζοντάς την στον ώμο. Προχώρησαν στο δωμάτιο του τομογράφου. Η Τζιλ ακροπατούσε στη μοκέτα, δεν ήθελε να πατήσει πάνω στους νευρώνες και τις λεπτεπίλεπτες διακλαδώσεις τους. «Θα ξέρουμε τι το προκαλεί;» «Θα έχουμε μια καθαρότερη εικόνα», δήλωσε ξερά ο ερευνητής, καθώς πατούσε κουμπιά στο μηχάνημα. Μπιμπ μπιμπ. Η Τζιλ μπήκε στον σωλήνα σαν σε λαγούμι, μόνο που συνοδευόταν εδώ από ένα μοναδικά δικό της ορυμαγδό.

 Τζιλ πρέπει να προσέξεις έχεις αρχίσει να παίρνεις βάρος. Η τελευταία συναυλία των Sex Pistols. Ξέρεις δεν γίνεται να μου κρατάς κακία για κάτι που είπα πριν δέκα χρόνια. Το Shakespeare in Love σαρώνει τα Όσκαρ. Καλά βρε παιδάκι μου δεν θυμάμαι τι έφαγα το μεσημέρι, πώς να θυμάμαι τι κάναμε τέτοια μέρα πέρσι; Ο Γκορμπατσόφ και οι σπουδαίες πυρηνικές δοκιμές. Στα γενέθλια της Σάρα ανακάλυψα ότι ήταν με άλλη. Η πτώση του Τείχους. Μην το λες αυτό, κάνεις σαν βλαμμένο. Η Βελούδινη Επανάσταση. Δεν χωράω πια σε αυτό το τζην, το πέταξα. Η τραγωδία του Χίλσμπορο. Δεν γίνεται να ξέχασες τα γενέθλιά μου! Δεν είμαστε όλοι όπως εσύ, έτυχε. Ο Τζωρτζ Μπους πρόεδρος. Ξαναζώ κάθε μέρα την στιγμή που μου είπες ότι κάνω σαν βλαμμένο. Μπιμπ. Μπιμπ.

Ξανά πίσω στην πρώτη λεπτομερή ανάμνηση. Το ροζ πουλόβερ και το γκρίζο παντελόνι. Οι διαφορετικές κάλτσες. Παίρνει τα μαύρα κορδόνια της αριστερής μπότας. Ένα στο αριστερό χέρι κι ένα στο δεξί. Κάνει πρώτα με το ένα αφτάκι κουνελιού, ωπ. Μετά με το άλλο το δεύτερο αφτάκι κουνελιού, ωπ. Τα σταυρώνει και περνά το δεξί αφτάκι μέσα από την τρύπα, που δημιουργήθηκε έτσι όπως ενώθηκαν τα δύο αφτιά. Ή μήπως έβαλε το αριστερό αφτάκι μέσα στην τρύπα; Το μηχάνημα άρχισε να κουδουνίζει. Ο δρ Τζόουνς μπούκαρε στο δωμάτιο και διέκοψε την εξέταση. Μπιιιιιιμπ. Όταν βγήκε από το τούνελ είδε άπλετο το φως. «Κυρία Πράις είστε καλά;» φώναζε ταρακουνώντας την από τους ώμους. Για πρώτη φορά ένιωθε πολύ καλά. Είχε επιτέλους πατήσει πάνω στην μοκέτα. Και δεν την ένοιαζε αν είχε κάτω τις πιο περίπλοκες διακλαδώσεις.

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

BOMBA

Μάζεψε τα ρούχα της από το πάτωμα φτιάχνοντας έναν μπόγο. Τον μπόγο της ντροπής της. Έπρεπε να ξεφορτωθεί αμέσως τα στοιχεία που θα πρόδιδαν την αδυναμία της. Φόρεσε όπως όπως ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο , πήρε στην αγκαλιά της, την βόμβα και προσπάθησε να βγει από το σπίτι χωρίς να γίνει αντιληπτή από κανέναν. Πράγμα πολύ δύσκολο. Σε κάθε της βήμα το πάτωμα έκανε και έναν τρομακτικό τρίξιμο που θύμιζε κάτι από τους μύθους των τεράτων που της έλεγε παιδί ο πατέρας της για να την συνέτιση έτσι ώστε να  αδειάσει το πιάτο της από το άγευστο φαί που μαγείρευε η μάνα της. Όταν κατάφερε και έκλεισε την πόρτα του σπιτιού πίσω της , πήρε μια βαθιά ανάσα. Ανέστησε το κορμί της και κίνησε προς το ποτάμι. Ήταν ακόμη πολύ πρωί και κανείς δεν θα την έβλεπε. Ξεκίνησε να περπατά ήρεμη πια κοιτάζοντας αχόρταγα τον ουρανό.  Το ασήμαντο φως που ξεκίνησε να φωτίζει τον ουρανό δεν την βοηθούσε ιδιαίτερα αλλά γνώριζε τόσο καλά το δρόμο που και με κλειστά μάτια θα μπορούσε να τον βρει.

-Μωβ, μπλε, κίτρινο, κόκκινο. Μισώ το κόκκινο και καθετί που του μοιάζει. Τα μήλα, τις φράουλες, τα κεράσια, τις πιπεριές, τη λαβα, το ηλιοβασίλεμα, το ματωμένο φεγγάρι, το ματωμένο φεγγάρι….

Η ανάσα της στην κατηφόρα έγινε πιο σταθερή. Άκουσε τον ήχο του νερού που κυλούσε και….

-Που πας;

-Που πάω;

– Τι κρατάς εκεί;

-Τι κρατώ;

-Δώσε μου το μπόγο.

-Όχι.

-Είπα δώσε μου τον μπόγο.

-Ποτέ.

Την πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Προσπάθησε να τραβήξει τον μπόγο από τα χέρια της. Εκείνη αντιστάθηκε. Το στήθος άρχισε να ανεβοκατεβαίνει  σε ρυθμό επικίνδυνο.

-Φύγε.

-Δώσε μου τον μπόγο.

Ο ουρανός ξεκίνησε να χάνει το χρώμα αυτό που μισούσε. Οι δυο τους έγιναν ένα κουβάρι που διεκδικούσαν την καταστροφή.

-Δώσε μου το .

-Ποτέ .

-Τώρα!

-Όχι!

Στο χώμα έπεσε ένα σώμα . Ένα σώμα που ξεκίνησε να παίρνει το χρώμα του ουρανού λίγο πριν την ανατολή , λίγο πριν τη δύση. Το στήθος ξεκίνησε να επαναφέρει τη σταθερή ανάσα και ταχύτητα. Τα χέρια της άδειασαν. Ο μπόγος έπεσε δίπλα στον ενοχή. Είχε αυτό το ίδιο χρώμα . Το χρώμα της πιπεριάς, της φράουλας , των μήλων, της ενοχής για τη δική της ταυτότητα.